επαρκής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | επαρκής | η | επαρκής | το | επαρκές |
| γενική | του | επαρκούς* | της | επαρκούς | του | επαρκούς |
| αιτιατική | τον | επαρκή | την | επαρκή | το | επαρκές |
| κλητική | επαρκή(ς) | επαρκής | επαρκές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | επαρκείς | οι | επαρκείς | τα | επαρκή |
| γενική | των | επαρκών | των | επαρκών | των | επαρκών |
| αιτιατική | τους | επαρκείς | τις | επαρκείς | τα | επαρκή |
| κλητική | επαρκείς | επαρκείς | επαρκή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επαρκής < ελληνιστική ἐπαρκής
Επίθετο
[επεξεργασία]επαρκής, -ής, -ές
- που κρίνεται ότι μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά σε συγκεκριμένες ανάγκες ή απαιτήσεις
- ο τάδε θεωρείται επαρκής ως δάσκαλος
- (για ποσότητες) αρκετός
- οι ορειβάτες είχαν μαζί τους επαρκή ποσότητα τροφής για να επιβιώσουν για πέντε μέρες
Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- επαρκής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- επαρκής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)