επαρκής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επαρκής επαρκής επαρκές
γενική επαρκούς επαρκούς επαρκούς
αιτιατική επαρκή επαρκή επαρκές
κλητική επαρκή(ς) επαρκής επαρκές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επαρκείς επαρκείς επαρκή
γενική επαρκών επαρκών επαρκών
αιτιατική επαρκείς επαρκείς επαρκή
κλητική επαρκείς επαρκείς επαρκή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαρκής < μεταγενέστερη ελληνική ἐπαρκής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επαρκής, -ής, -ές

  • που κρίνεται ότι μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά σε συγκεκριμένες ανάγκες ή απαιτήσεις
    ο τάδε θεωρείται επαρκής ως δάσκαλος
  • (για ποσότητες) αρκετός
    οι ορειβάτες είχαν μαζί τους επαρκή ποσότητα τροφής για να επιβιώσουν για πέντε μέρες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]