επαρχιωτισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επαρχιωτισμός επαρχιωτισμοί
γενική επαρχιωτισμού επαρχιωτισμών
αιτιατική επαρχιωτισμό επαρχιωτισμούς
κλητική επαρχιωτισμέ επαρχιωτισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαρχιωτισμός < επαρχία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επαρχιωτισμός αρσενικό

  • (μειωτικό) η νοοτροπία των κατοίκων της επαρχίας σε αντιπαράθεση με τη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής των μεγάλων αστικών κέντρων


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]