επεκταμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επεκταμένος επεκταμένη επεκταμένο
γενική επεκταμένου επεκταμένης επεκταμένου
αιτιατική επεκταμένο επεκταμένη επεκταμένο
κλητική επεκταμένε επεκταμένη επεκταμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επεκταμένοι επεκταμένες επεκταμένα
γενική επεκταμένων επεκταμένων επεκταμένων
αιτιατική επεκταμένους επεκταμένες επεκταμένα
κλητική επεκταμένοι επεκταμένες επεκταμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επεκταμένος < επεκτεταμένος < αρχαία ελληνική ἐπεκτεταμένος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επεκταμένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επεκτείνω
    Για να προλάβει τις αντιδράσεις που ήδη ακούσθηκαν για περικοπή συντάξεων, κατέστησε σαφές ότι όποιες ευνοϊκότερες διατάξεις ισχύουν με το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο, εξακολουθούν να ισχύουν και με το νέο και για τις ήδη επεκταμένες και ευνοϊκότερες ρυθμίσεις. (εφ. Καθημερινή, 27/7/2005)

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]