επεκτείνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επεκτείνομαι < λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

επεκτείνομαι

  1. αυξάνω την έκτασή μου
  2. αυξάνω την έκταση επιρροής μου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]