επεξεργάσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επεξεργάσιμος < επεξεργάζομαι

Επίθετο[επεξεργασία]

επεξεργάσιμος, -η, -ο


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]