επεξηγώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επεξηγώ < επι- + εξηγώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επεξηγώ, πρτ.: επεξηγούσα, στ.μέλλ.: θα επεξηγήσω, αόρ.: επεξήγησα, παθ.φωνή: επεξηγούμαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: επεξηγημένος

  1. δίνω πρόσθετες πληροφορίες και διευκρινίζω το νόημα μιας φράσης που πιθανώς δεν γίνεται κατανοητή ή δεν είναι αρκετά σαφής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]