επηρεασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επηρεασμένος επηρεασμένη επηρεασμένο
γενική επηρεασμένου επηρεασμένης επηρεασμένου
αιτιατική επηρεασμένο επηρεασμένη επηρεασμένο
κλητική επηρεασμένε επηρεασμένη επηρεασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επηρεασμένοι επηρεασμένες επηρεασμένα
γενική επηρεασμένων επηρεασμένων επηρεασμένων
αιτιατική επηρεασμένους επηρεασμένες επηρεασμένα
κλητική επηρεασμένοι επηρεασμένες επηρεασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επηρεασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επηρεάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

επηρεασμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: επηρεάζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]