επηρμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική επηρμένος επηρμένη επηρμένο
γενική επηρμένου επηρμένης επηρμένου
αιτιατική επηρμένο επηρμένη επηρμένο
κλητική επηρμένε επηρμένη επηρμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επηρμένοι επηρμένες επηρμένα
γενική επηρμένων επηρμένων επηρμένων
αιτιατική επηρμένους επηρμένες επηρμένα
κλητική επηρμένοι επηρμένες επηρμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επηρμένος < επαίρομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

επηρμένος, -η, -ο

  1. αυτός που βάζει τον εαυτό του ψηλότερα από τους άλλους


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]