επιβήτορας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιβήτορας επιβήτορες
γενική επιβήτορα επιβητόρων
αιτιατική επιβήτορα επιβήτορες
κλητική επιβήτορα επιβήτορες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιβήτορας < αρχαία ελληνική ἐπιβήτωρ < αρχαία ελληνική ἐπιβαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.pi.ˈvi.tɔ.ɾas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιβήτορας αρσενικό

  1. αρσενικό ζώο, κυρίως άλογο ή ταύρος, που χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βατευτής, οχευτής
  2. (ειρωνικά) ο άνδρας που έχει έντονη σεξουαλική ζωή με πολλές ερωτικές συντρόφους και καυχιέται για αυτό
  3. (μεταφορικά) το άτομο που έχει καταλάβει ένα αξίωμα με αθέμιτα μέσα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σφετεριστής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]