επιβαρύνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐπιβαρύνω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιβαρύνω < ελληνιστική κοινή ἐπιβαρύνω (σημασιολογικό δάνειο από αγγλική aggraver / γερμανική belasten)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επιβαρύνω (παθητική φωνή: επιβαρύνομαι)

  1. (κυριολεκτικά) (σπάνιο) προσθέτω βάρος, βαρύνω
  2. κάνω κάτι χειρότερο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χειροτερεύω, επιδεινώνω
  3. (μεταφορικά) ενοχλώ, δυσχεραίνω
  4. (μεταφορικά) αυξάνω (το χρέος, το αρχικό ποσό κ.λπ.), χρεώνω περισσότερα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]