επιβαρύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἐπιβαρύνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιβαρύνω < ελληνιστική κοινή ἐπιβαρύνω < ἐπί + αρχαία ελληνική βαρύνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική aggraver / γερμανική belasten)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επιβαρύνω (παθητική φωνή: επιβαρύνομαι)

  1. (κυριολεκτικά) (σπάνιο) προσθέτω βάρος, βαρύνω
  2. κάνω κάτι χειρότερο
    συνώνυμα: χειροτερεύω, επιδεινώνω
  3. (μεταφορικά) ενοχλώ, δυσχεραίνω
  4. (μεταφορικά) αυξάνω (το χρέος, το αρχικό ποσό κ.λπ.), χρεώνω περισσότερα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]