επιβιώσει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

επιβιώσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβιώνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
  3. θα επιβιώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επιβιώνω