επιβραβευμένου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]επιβραβευμένου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιβραβευμένος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του επιβραβευμένος
επιβραβευμένου