επιδέχομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιδέχομαι < αρχαία ελληνική ἐπιδέχομαι
Ρήμα
[επεξεργασία]επιδέχομαι
- Μπορώ να δεχτώ μια ενέργεια
το σχέδιο επιδέχεται βελτίωση- ※ Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- επιδεκτικός
- → δείτε τη λέξη δέχομαι
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- συντάσσεται με αντικείμενο σε πτώση αιτιατική