επιδίκαση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιδίκαση < επί + δίκ- (=δικάζω) + -αση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιδίκαση θηλυκό

  1. η αναγνώριση κάποιου δικαιώματος με δικαστική απόφαση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]