επιδεικτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιδεικτικός < αρχαία ελληνική ἐπιδεικτικός
Επίθετο
[επεξεργασία]επιδεικτικός
- που γίνεται για επίδειξη
- ※ Η μπαρουφολογία στη χώρα πάει σύννεφο! Υπάρχουν τουλάχιστον τριών ειδών μπαρούφες: οι κενολογικές, οι επιδεικτικές και οι συνθηματολογικές. Όλα τα είδη ευδοκιμούν στον εγχώριο πολιτικό κήπο, συμπεριλαμβανομένων και των υβριδίων. (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών: Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών, εκδ. Ίκαρος, 2015)
- που αρέσκεται να επιδεικνύεται
Συγγενικά
[επεξεργασία]- επιδεικτικά
- → δείτε τις λέξεις επιδεικνύω και δείχνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] επιδεικτικός