Μετάβαση στο περιεχόμενο

επιδεικτικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιδεικτικός η επιδεικτική το επιδεικτικό
      γενική του επιδεικτικού της επιδεικτικής του επιδεικτικού
    αιτιατική τον επιδεικτικό την επιδεικτική το επιδεικτικό
     κλητική επιδεικτικέ επιδεικτική επιδεικτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιδεικτικοί οι επιδεικτικές τα επιδεικτικά
      γενική των επιδεικτικών των επιδεικτικών των επιδεικτικών
    αιτιατική τους επιδεικτικούς τις επιδεικτικές τα επιδεικτικά
     κλητική επιδεικτικοί επιδεικτικές επιδεικτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επιδεικτικός < αρχαία ελληνική ἐπιδεικτικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

επιδεικτικός

  1. που γίνεται για επίδειξη
      Η μπαρουφολογία στη χώρα πάει σύννεφο! Υπάρχουν τουλάχιστον τριών ειδών μπαρούφες: οι κενολογικές, οι επιδεικτικές και οι συνθηματολογικές. Όλα τα είδη ευδοκιμούν στον εγχώριο πολιτικό κήπο, συμπεριλαμβανομένων και των υβριδίων. (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών: Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών, εκδ. Ίκαρος, 2015)
  2. που αρέσκεται να επιδεικνύεται

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]