επιδεικτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιδεικτικός επιδεικτική επιδεικτικό
γενική επιδεικτικού επιδεικτικής επιδεικτικού
αιτιατική επιδεικτικό επιδεικτική επιδεικτικό
κλητική επιδεικτικέ επιδεικτική επιδεικτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιδεικτικοί επιδεικτικές επιδεικτικά
γενική επιδεικτικών επιδεικτικών επιδεικτικών
αιτιατική επιδεικτικούς επιδεικτικές επιδεικτικά
κλητική επιδεικτικοί επιδεικτικές επιδεικτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιδεικτικός < αρχαία ελληνική ἐπιδεικτικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επιδεικτικός

  1. που γίνεται για επίδειξη
  2. που αρέσκεται να επιδεικνύεται

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]