επιδρομή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιδρομή επιδρομές
γενική επιδρομής επιδρομών
αιτιατική επιδρομή επιδρομές
κλητική επιδρομή επιδρομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιδρομή < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.pi.ðɾɔ.ˈmi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιδρομή θηλυκό

  1. ομαδική εισβολή περιορισμένης διάρκειας σε (κατοικημένη) περιοχή με σκοπό είτε την αρπαγή των περιουσιών ή των αγαθών των κατοίκων, είτε τον αιχμαλωτισμό, την απαγωγή ή τον εκφοβισμό τους, είτε την εξόντωσή τους
    • η χώρα είχε ερημώσει από τις διαρκείς επιδρομές εχθρικών φύλων
    • κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην περιοχή έκαναν συχνές επιδρομές στα γειτονικά χωριά
  2. ομαδική πολεμική επίθεση περιορισμένης διάρκειας
  3. ομαδική εισβολή περιορισμένης διάρκειας σε χώρο με σκοπό την αρπαγή αγαθών ή εξοπλισμού
    • τα εμπορεύματα του καταστήματος κλάπηκαν κατά τη διάρκεια επιδρομής μελών τοπικών συμμοριών
  4. ομαδική εισβολή εντόμων σε μία περιοχή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]