επιδόρπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιδόρπιο επιδόρπια
γενική επιδορπίου
& επιδόρπιου
επιδορπίων
& επιδόρπιων
αιτιατική επιδόρπιο επιδόρπια
κλητική επιδόρπιο επιδόρπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιδόρπιο < ελληνιστική κοινή ἐπιδόρπιος < ἐπί + δόρπιος < δόρπον (βραδινό γεύμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιδόρπιο ουδέτερο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]