επιζώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιζώ < επί και ζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επιζώ αόρ. επέζησα

εξακολουθώ να ζω μετά το θάνατο κάποιου, διαφεύγω το θάνατο «από τους καταπλακωθέντες από τον τοίχο δυο μόνο επέζησαν».

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • «το όνομά του επέζησε στη ιστορία»
  • «οι επιζώντες απόγονοι του...»

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]