επιθετικογενής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | επιθετικογενής | η | επιθετικογενής | το | επιθετικογενές |
| γενική | του | επιθετικογενούς* | της | επιθετικογενούς | του | επιθετικογενούς |
| αιτιατική | τον | επιθετικογενή | την | επιθετικογενή | το | επιθετικογενές |
| κλητική | επιθετικογενή(ς) | επιθετικογενής | επιθετικογενές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | επιθετικογενείς | οι | επιθετικογενείς | τα | επιθετικογενή |
| γενική | των | επιθετικογενών | των | επιθετικογενών | των | επιθετικογενών |
| αιτιατική | τους | επιθετικογενείς | τις | επιθετικογενείς | τα | επιθετικογενή |
| κλητική | επιθετικογενείς | επιθετικογενείς | επιθετικογενή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιθετικογενής < επιθετικός + -ο- + -γενής
Επίθετο
[επεξεργασία]επιθετικογενής, -ής, -ές
- που προσανατολίζεται στην επίθεση ή αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] επιθετικογενής
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- επιθετικογενής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)