επιθεωρητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιθεωρητής επιθεωρητές
γενική επιθεωρητή επιθεωρητών
αιτιατική επιθεωρητή επιθεωρητές
κλητική επιθεωρητή επιθεωρητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιθεωρητής < αρχαία ελληνική ἐπιθεωρητής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.pi.θɛ.ɔ.ɾi.ˈtis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιθεωρητής αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]