επιθεωρώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιθεωρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιθεωρῶ, συνηρημένος τύπος του ἐπιθεωρέω < ἐπί + θεωρέω, (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inspecter) [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.pi.θe.oˈɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐πι‐θε‐ω‐ρώ
Ρήμα
[επεξεργασία]επιθεωρώ, αόρ.: επιθεώρησα, παθ.φωνή: επιθεωρούμαι, π.αόρ.: επιθεωρήθηκα, μτχ.π.π.: επιθεωρημένος
- διενεργώ (επίσημο) έλεγχο, προκειμένου να ελεγχθεί η εύρυθμη και σωστή λειτουργία κάποιου πράγματος ή δομής
- ※ Έβλεπα άλλους σκλάβους πάνω στη σανίδα του σκλαβοπάζαρου, γυμνούς από τη μέση και πάνω για να τους επιθεωρήσουν οι πιθανοί αγοραστές τους. Δίπλα τους στέκονταν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους, που κλαίγοντας παρακαλούσαν τους δουλέμπορους να μην τους χωρίσουνε, αλλά να τους πάρουν κι αυτους μαζί με τον πατέρα τους. Αλλά τα παρακάλια τους δεν τα άκουγε ποτέ κανείς. (*)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επιθεωρώ | επιθεωρούσα | θα επιθεωρώ | να επιθεωρώ | επιθεωρώντας | |
| β' ενικ. | επιθεωρείς | επιθεωρούσες | θα επιθεωρείς | να επιθεωρείς | ||
| γ' ενικ. | επιθεωρεί | επιθεωρούσε | θα επιθεωρεί | να επιθεωρεί | ||
| α' πληθ. | επιθεωρούμε | επιθεωρούσαμε | θα επιθεωρούμε | να επιθεωρούμε | ||
| β' πληθ. | επιθεωρείτε | επιθεωρούσατε | θα επιθεωρείτε | να επιθεωρείτε | επιθεωρείτε | |
| γ' πληθ. | επιθεωρούν(ε) | επιθεωρούσαν(ε) | θα επιθεωρούν(ε) | να επιθεωρούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επιθεώρησα | θα επιθεωρήσω | να επιθεωρήσω | επιθεωρήσει | ||
| β' ενικ. | επιθεώρησες | θα επιθεωρήσεις | να επιθεωρήσεις | επιθεώρησε | ||
| γ' ενικ. | επιθεώρησε | θα επιθεωρήσει | να επιθεωρήσει | |||
| α' πληθ. | επιθεωρήσαμε | θα επιθεωρήσουμε | να επιθεωρήσουμε | |||
| β' πληθ. | επιθεωρήσατε | θα επιθεωρήσετε | να επιθεωρήσετε | επιθεωρήστε | ||
| γ' πληθ. | επιθεώρησαν επιθεωρήσαν(ε) |
θα επιθεωρήσουν(ε) | να επιθεωρήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω επιθεωρήσει | είχα επιθεωρήσει | θα έχω επιθεωρήσει | να έχω επιθεωρήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις επιθεωρήσει | είχες επιθεωρήσει | θα έχεις επιθεωρήσει | να έχεις επιθεωρήσει | έχε επιθεωρημένο | |
| γ' ενικ. | έχει επιθεωρήσει | είχε επιθεωρήσει | θα έχει επιθεωρήσει | να έχει επιθεωρήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε επιθεωρήσει | είχαμε επιθεωρήσει | θα έχουμε επιθεωρήσει | να έχουμε επιθεωρήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε επιθεωρήσει | είχατε επιθεωρήσει | θα έχετε επιθεωρήσει | να έχετε επιθεωρήσει | έχετε επιθεωρημένο | |
| γ' πληθ. | έχουν επιθεωρήσει | είχαν επιθεωρήσει | θα έχουν επιθεωρήσει | να έχουν επιθεωρήσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) επιθεωρημένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) επιθεωρημένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) επιθεωρημένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) επιθεωρημένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επιθεωρούμαι | επιθεωρούμουν | θα επιθεωρούμαι | να επιθεωρούμαι | ||
| β' ενικ. | επιθεωρείσαι | επιθεωρούσουν | θα επιθεωρείσαι | να επιθεωρείσαι | ||
| γ' ενικ. | επιθεωρείται | επιθεωρούνταν | θα επιθεωρείται | να επιθεωρείται | ||
| α' πληθ. | επιθεωρούμαστε | επιθεωρούμασταν επιθεωρούμαστε |
θα επιθεωρούμαστε | να επιθεωρούμαστε | ||
| β' πληθ. | επιθεωρείστε | επιθεωρούσασταν επιθεωρούσαστε |
θα επιθεωρείστε | να επιθεωρείστε | επιθεωρείστε | |
| γ' πληθ. | επιθεωρούνται | επιθεωρούνταν | θα επιθεωρούνται | να επιθεωρούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επιθεωρήθηκα | θα επιθεωρηθώ | να επιθεωρηθώ | επιθεωρηθεί | ||
| β' ενικ. | επιθεωρήθηκες | θα επιθεωρηθείς | να επιθεωρηθείς | επιθεωρήσου | ||
| γ' ενικ. | επιθεωρήθηκε | θα επιθεωρηθεί | να επιθεωρηθεί | |||
| α' πληθ. | επιθεωρηθήκαμε | θα επιθεωρηθούμε | να επιθεωρηθούμε | |||
| β' πληθ. | επιθεωρηθήκατε | θα επιθεωρηθείτε | να επιθεωρηθείτε | επιθεωρηθείτε | ||
| γ' πληθ. | επιθεωρήθηκαν επιθεωρηθήκαν(ε) |
θα επιθεωρηθούν(ε) | να επιθεωρηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω επιθεωρηθεί | είχα επιθεωρηθεί | θα έχω επιθεωρηθεί | να έχω επιθεωρηθεί | επιθεωρημένος | |
| β' ενικ. | έχεις επιθεωρηθεί | είχες επιθεωρηθεί | θα έχεις επιθεωρηθεί | να έχεις επιθεωρηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει επιθεωρηθεί | είχε επιθεωρηθεί | θα έχει επιθεωρηθεί | να έχει επιθεωρηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε επιθεωρηθεί | είχαμε επιθεωρηθεί | θα έχουμε επιθεωρηθεί | να έχουμε επιθεωρηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε επιθεωρηθεί | είχατε επιθεωρηθεί | θα έχετε επιθεωρηθεί | να έχετε επιθεωρηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν επιθεωρηθεί | είχαν επιθεωρηθεί | θα έχουν επιθεωρηθεί | να έχουν επιθεωρηθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι επιθεωρημένος - είμαστε, είστε, είναι επιθεωρημένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν επιθεωρημένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν επιθεωρημένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι επιθεωρημένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι επιθεωρημένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι επιθεωρημένος - να είμαστε, να είστε, να είναι επιθεωρημένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ επιθεωρώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα επι- (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)