Μετάβαση στο περιεχόμενο

επικήρυξη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επικήρυξη οι επικηρύξεις
      γενική της επικήρυξης* των επικηρύξεων
    αιτιατική την επικήρυξη τις επικηρύξεις
     κλητική επικήρυξη επικηρύξεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, επικηρύξεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Επικήρυξη 25.000 και 50.000 δολ. ΗΠΑ για τους συνεργάτες της δολοφονίας του Αβραάμ Λίνκολν, ΗΠΑ, 1865

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επικήρυξη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπικήρυξις (-σις > -ση) ελληνιστική κοινή ἐπικήρυξις (διακήρυξη, αναγγελία αμοιβής)[1][2] < αρχαία ελληνική ἐπικηρύσσω. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + κήρυξη.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.piˈci.ri.ksi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: επικήρυξη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

επικήρυξη θηλυκό

  1. επίσημη δημόσια ανακοίνωση με την οποία υπόσχεται το κράτος ή άλλη αρχή χρηματική ή άλλη αμοιβή σε όποιον παράσχει πληροφορίες ή βοηθήσει στην σύλληψη επικίνδυνου καταζητούμενου προσώπου· συνεκδοχικά και η ίδια η αμοιβή
      1971 Χριστόφορος Χρηστίδης, Χρόνια Κατοχῆς, 1941-1944: μαρτυρίες ἡμερολογίου, σελ. 330
    Οἱ τοῖχοι τῆς Ἀθήνας γέμισαν μὲ τὴν ἐπικήρυξη τοῦ «Ναπολέοντος Ζέρβα, τοῦ Νικολάου, τέως συνταγματάρχου τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ ἤδη ληστοῦ». Τὸν ἐπικήρυξαν, γιὰ 100 ἑκατομμύρια
      1990 Ἡ Φύσις: Δελτίον Ἑλληνικῆς Ἑταιρίας Προστασίας τῆς Φύσεως, σελ. 10
    Μέχρι τὸ 1981 περίπου, ἴσχυε στὴν Ἑλλάδα ἡ ἐπικήρυξη «τῆς ὀχιᾶς» – γενικά, χωρὶς διάκριση ἢ ἀναφορὰ σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ 5 εἴδη ὀχιᾶς ποὺ συναντῶνται στὴ χώρα μας καὶ γιὰ κάθε κεφάλι ὀχιᾶς ἡ ἁρμόδια...

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. επικήρυξη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. επικήρυξη - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)