επικαιρότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.pi.ceˈɾo.ti.ta/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]επικαιρότητα θηλυκό
- η ιδιότητα του επίκαιρου
- το σύνολο των (σημαντικών) γεγονότων που συμβαίνουν τώρα ή την περίοδο αυτή
- ※ Στη νοσταλγία των φίφτις αυτοί αντέταξαν την επικαιρότητα των έιτις. Στις υπερπαραγωγές της «Σιτροέν» αυτοί έβαλαν ένα «Φολκσβάγκεν» να πέφτει κάτω, ανοίγοντας μια τρύπα. Στις μπανιέρες και τα αυτόματα πλυντήρια της εποχής της Πέγκυ Σου αυτοί έβαλαν τη μέση αγγλίδα νοικοκυρά να πανικοβάλλεται με την κορούλα της, Μάργκαρετ, που τρώει την τάδε μάρκα μπιζελιών και ονειρεύεται όταν μεγαλώσει να γίνει πρωθυπουργός. (Τσχυδρόμος, τεύχη 45-48, 1991, σελ. 61)
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] επικαιρότητα