επικεφαλής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επικεφαλής < επί + κεφαλής, ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική en tête)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επικεφαλής αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο άκλιτο

Επίθετο[επεξεργασία]

επικεφαλής άκλιτο

Επίρρημα[επεξεργασία]

επικεφαλής

Μεταφράσεις[επεξεργασία]