επικοινωνία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επικοινωνία οι επικοινωνίες
      γενική της επικοινωνίας των επικοινωνιών
    αιτιατική την επικοινωνία τις επικοινωνίες
     κλητική επικοινωνία επικοινωνίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επικοινωνία < αρχαία ελληνική ἐπικοινωνία < ἐπικοινωνέω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επικοινωνία θηλυκό

  1. η ανταλλαγή απόψεων, συναισθημάτων, ιδεών, σκέψεων μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων
  2. η ανταλλαγή σημάτων μεταξύ δύο ή περισσότερων συστημάτων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Υπώνυμα[επεξεργασία]

  • (πληροφορική, τηλεπικοινωνίες) διεπαφή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]