Μετάβαση στο περιεχόμενο

επικονιάζομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επικονιάζομαι < παθητική φωνή του επικονιάζω

επικονιάζομαι