επικονιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επικονιάζω < ελληνιστική κοινή ἐπικονιάω/ἐπικονιῶ < ἐπί + κονία παθητική φωνή επικονιάζομαι, μετοχή παθητικού παρακειμένου επικονιασμένος < κόνις < ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική) polliniser

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επικονιάζω

  • (βοτανική) εναποθέτω γύρη στο στίγμα του άνθους και συντελώ έτσι στη γονιμοποίηση
    Εδώ και δεκαετίες είναι γνωστό ότι πολλά φυτά επικοινωνούν μέσω χημικών σινιάλων, καθώς και μέσω της άμεσης φυσικής επαφής, προκειμένου να εμποδίσουν την ανάπτυξη των ανταγωνιστών τους ή να προσελκύσουν τα έντομα που τα επικονιάζουν. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]