Μετάβαση στο περιεχόμενο

επικουρώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επικουρώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπικουρῶ < αρχαία ελληνική ἐπικουρέω (ἐπικουρέω, -ῶ)[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.pi.kuˈɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: επικουρώ

επικουρώ (μεταβατικό), αόρ.: επικούρησα, παθ.φωνή: επικουρούμαι, π.αόρ.: επικουρήθηκα

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. επικουρώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. επικουρώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)