επικουρώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επικουρώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπικουρῶ < αρχαία ελληνική ἐπικουρέω (ἐπικουρέω, -ῶ)[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.pi.kuˈɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐πι‐κου‐ρώ
Ρήμα
[επεξεργασία]επικουρώ (μεταβατικό), αόρ.: επικούρησα, παθ.φωνή: επικουρούμαι, π.αόρ.: επικουρήθηκα
- (λόγιο) βοηθώ
- ※ 1992 Οδηγία 92/43, ΕΟΚ, Άρθρο 20, της 21ης Μαΐου 1992
- Η Επιτροπή επικουρείται από μια επιτροπή που αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της οποίας προεδρεύει ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής.
- ≈ συνώνυμα: ενισχύω, συνδράμω, υποστηρίζω
- ※ 1992 Οδηγία 92/43, ΕΟΚ, Άρθρο 20, της 21ης Μαΐου 1992
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επικουρώ | επικουρούσα | θα επικουρώ | να επικουρώ | επικουρώντας | |
| β' ενικ. | επικουρείς | επικουρούσες | θα επικουρείς | να επικουρείς | (επικούρει) | |
| γ' ενικ. | επικουρεί | επικουρούσε | θα επικουρεί | να επικουρεί | ||
| α' πληθ. | επικουρούμε | επικουρούσαμε | θα επικουρούμε | να επικουρούμε | ||
| β' πληθ. | επικουρείτε | επικουρούσατε | θα επικουρείτε | να επικουρείτε | επικουρείτε | |
| γ' πληθ. | επικουρούν(ε) | επικουρούσαν(ε) | θα επικουρούν(ε) | να επικουρούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επικούρησα | θα επικουρήσω | να επικουρήσω | επικουρήσει | ||
| β' ενικ. | επικούρησες | θα επικουρήσεις | να επικουρήσεις | επικούρησε | ||
| γ' ενικ. | επικούρησε | θα επικουρήσει | να επικουρήσει | |||
| α' πληθ. | επικουρήσαμε | θα επικουρήσουμε | να επικουρήσουμε | |||
| β' πληθ. | επικουρήσατε | θα επικουρήσετε | να επικουρήσετε | επικουρήστε | ||
| γ' πληθ. | επικούρησαν επικουρήσαν(ε) |
θα επικουρήσουν(ε) | να επικουρήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω επικουρήσει | είχα επικουρήσει | θα έχω επικουρήσει | να έχω επικουρήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις επικουρήσει | είχες επικουρήσει | θα έχεις επικουρήσει | να έχεις επικουρήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει επικουρήσει | είχε επικουρήσει | θα έχει επικουρήσει | να έχει επικουρήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε επικουρήσει | είχαμε επικουρήσει | θα έχουμε επικουρήσει | να έχουμε επικουρήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε επικουρήσει | είχατε επικουρήσει | θα έχετε επικουρήσει | να έχετε επικουρήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν επικουρήσει | είχαν επικουρήσει | θα έχουν επικουρήσει | να έχουν επικουρήσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επικουρούμαι | επικουρούμουν | θα επικουρούμαι | να επικουρούμαι | ||
| β' ενικ. | επικουρείσαι | επικουρούσουν | θα επικουρείσαι | να επικουρείσαι | ||
| γ' ενικ. | επικουρείται | επικουρούνταν | θα επικουρείται | να επικουρείται | ||
| α' πληθ. | επικουρούμαστε | επικουρούμασταν επικουρούμαστε |
θα επικουρούμαστε | να επικουρούμαστε | ||
| β' πληθ. | επικουρείστε | επικουρούσασταν επικουρούσαστε |
θα επικουρείστε | να επικουρείστε | επικουρείστε | |
| γ' πληθ. | επικουρούνται | επικουρούνταν | θα επικουρούνται | να επικουρούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επικουρήθηκα | θα επικουρηθώ | να επικουρηθώ | επικουρηθεί | ||
| β' ενικ. | επικουρήθηκες | θα επικουρηθείς | να επικουρηθείς | επικουρήσου | ||
| γ' ενικ. | επικουρήθηκε | θα επικουρηθεί | να επικουρηθεί | |||
| α' πληθ. | επικουρηθήκαμε | θα επικουρηθούμε | να επικουρηθούμε | |||
| β' πληθ. | επικουρηθήκατε | θα επικουρηθείτε | να επικουρηθείτε | επικουρηθείτε | ||
| γ' πληθ. | επικουρήθηκαν επικουρηθήκαν(ε) |
θα επικουρηθούν(ε) | να επικουρηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω επικουρηθεί | είχα επικουρηθεί | θα έχω επικουρηθεί | να έχω επικουρηθεί | επικουρημένος | |
| β' ενικ. | έχεις επικουρηθεί | είχες επικουρηθεί | θα έχεις επικουρηθεί | να έχεις επικουρηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει επικουρηθεί | είχε επικουρηθεί | θα έχει επικουρηθεί | να έχει επικουρηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε επικουρηθεί | είχαμε επικουρηθεί | θα έχουμε επικουρηθεί | να έχουμε επικουρηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε επικουρηθεί | είχατε επικουρηθεί | θα έχετε επικουρηθεί | να έχετε επικουρηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν επικουρηθεί | είχαν επικουρηθεί | θα έχουν επικουρηθεί | να έχουν επικουρηθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ επικουρώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ επικουρώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)