επικουρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επικουρώ < αρχαία ελληνική ἐπικουρέω - ἐπικουρῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

επικουρώ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]