επικύρωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επικύρωση επικυρώσεις
γενική επικύρωσης
& επικυρώσεως
επικυρώσεων
αιτιατική επικύρωση επικυρώσεις
κλητική επικύρωση επικυρώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επικύρωση < αρχαία ελληνική ἐπικύρωσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επικύρωση θηλυκό

  1. η επίσημη και οριστική έγκριση νόμων, αποτελεσμάτων, αποφάσεων από την αρμόδια αρχή
    η αντιπολίτευση ζητεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να μην προχωρήσει στην επικύρωση του νέου νόμου
    το ΑΣΕΠ θα συνεδριάσει για την επικύρωση των αποτελεσμάτων του τελευταίου διαγωνισμού
  2. η θεώρηση της γνησιότητας ή της ακρίβειας εγγράφου ή αντιγράφου· η σήμανση εγγράφου ή αντιγράφου που το καθιστά έγκυρο και αποδεκτό
    επικύρωση φωτοαντιγράφου ή διαβατηρίου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]