επιληπτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐπιληπτικός, επιπληκτικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιληπτικός επιληπτική επιληπτικό
γενική επιληπτικού επιληπτικής επιληπτικού
αιτιατική επιληπτικό επιληπτική επιληπτικό
κλητική επιληπτικέ επιληπτική επιληπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιληπτικοί επιληπτικές επιληπτικά
γενική επιληπτικών επιληπτικών επιληπτικών
αιτιατική επιληπτικούς επιληπτικές επιληπτικά
κλητική επιληπτικοί επιληπτικές επιληπτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιληπτικός < αρχαία ελληνική ἐπιληπτικός

Επίθετο[επεξεργασία]

επιληπτικός, -ή, -ό

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιληπτικός αρσενικό (θηλυκό: επιληπτική)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]