επιμένων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιμένων επιμένουσα επιμένον
γενική επιμένοντος επιμένουσας
(επιμενούσης)
επιμένοντος
αιτιατική επιμένοντα επιμένουσα επιμένον
κλητική επιμένων επιμένουσα επιμένον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιμένοντες επιμένουσες επιμένοντα
γενική επιμενόντων επιμενουσών επιμενόντων
αιτιατική επιμένοντες επιμένουσες επιμένοντα
κλητική επιμένοντες επιμένουσες επιμένοντα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιμένων < επιμένω

Μετοχή[επεξεργασία]

επιμένων, -ουσα, -ον

  1. αυτός που επιμένει, ο επίμονος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ο επιμένων νικά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]