επιμήκης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιμήκης επιμήκης επίμηκες
γενική επιμήκους επιμήκους επιμήκους
αιτιατική επιμήκη επιμήκη επίμηκες
κλητική επιμήκη(ς) επιμήκης επίμηκες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιμήκεις επιμήκεις επιμήκη
γενική επιμήκων επιμήκων επιμήκων
αιτιατική επιμήκεις επιμήκεις επιμήκη
κλητική επιμήκεις επιμήκεις επιμήκη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιμήκης < αρχαία ελληνική ἐπιμήκης < ἐπί + μῆκος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επιμήκης, -ης, -ες

  1. (λόγιο) αυτός που είναι μακρύς και στενός, με μήκος μεγαλύτερο από το πλάτος
    Έξωθεν τείχοι υψηλοί και στερεοί, εν τω μέσω αυλή ύπαιθρος, τετράγωνος ή επιμήκης, επί της αυλής αι θύραι και τα παράθυρα των αποθηκών και των οικημάτων, η δε συγκοινωνία μετά του έξω κόσμου διά πύλης σιδηράς κλεισμένης την νύκτα. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]