επιμειξία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιμειξία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπιμειξία < αρχαία ελληνική ἐπιμειξία (αμοιβαία σχέση, επικοινωνία), και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική mélange[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.pi.miˈksi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐πι‐μει‐ξί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]επιμειξία θηλυκό
- (για ανθρώπους) η διασταύρωση και αναπαραγωγή ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικούς λαούς ή φυλετικά σύνολα, με επιγαμία
- → χρειάζεται παράδειγμα
- ≈ συνώνυμα: επιγαμία
- → δείτε κρεολός και μιγάς
- (για ζώα) η διασταύρωση και αναπαραγωγή ζώων από διαφορετικές φυλές, με στόχο την βελτίωση των χαρακτηριστικών τους
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] επιμειξία ζώων
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ επιμειξία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ επιμειξία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραδείγματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)