επιμελής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐπιμελής

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιμελής επιμελής επιμελές
γενική επιμελούς επιμελούς επιμελούς
αιτιατική επιμελή επιμελή επιμελές
κλητική επιμελή(ς) επιμελής επιμελές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιμελείς επιμελείς επιμελή
γενική επιμελών επιμελών επιμελών
αιτιατική επιμελείς επιμελείς επιμελή
κλητική επιμελείς επιμελείς επιμελή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιμελής < αρχαία ελληνική ἐπιμελής < ἐπί + μέλω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.pi.mɛ.ˈlis/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επιμελής, -ής, -ές

  • που επιδεικνύει επιμέλεια, που φροντίζει και μεριμνά για κάτι που του έχει ανατεθεί ή οφείλει να κάνει

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]