επιμελήτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιμελήτρια επιμελήτριες
γενική επιμελήτριας επιμελητριών
αιτιατική επιμελήτρια επιμελήτριες
κλητική επιμελήτρια επιμελήτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιμελήτρια < επιμελητής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιμελήτρια θηλυκό

  1. η γυναίκα που έχει αναλάβει να φροντίσει την αρτιότερη τεχνική και αισθητική εμφάνιση κάποιου έργου
    επιμελήτρια της έκδοσης
  2. η μαθήτρια που αναλαμβάνει εκ περιτροπής με τους υπόλοιπους συμμαθητές της να προσέχει την αίθουσα κατά τη διάρκεια του διαλείμματος
    επιμελήτρια της τάξης αυτή την εβδομάδα είναι η Μαρία
  3. γιατρός νοσοκομείου, η οποία έχει ασκηθεί στην ειδικότητά της για συγκεκριμένο διάστημα και προΐσταται συγκεκριμένου τομέα
    η επιμελήτρια της παιδοχειρουργικής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]