επιπεφυκότας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιπεφυκότας < επιπεφυκώς
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]επιπεφυκότας αρσενικό
- (ανατομία, οφθαλμολογία) άλλη μορφή του επιπεφυκώς
- ※ Σύνδρομο Reiter. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από φλεγμονή βλεννογόνων (επιπεφυκότος, ίριδος, στοματικής κοιλότητας και βαλάνου) και φλεγμονή δέρματος (βλεννοαιμοραγική κερατοδερμία) (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 418)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] επιπεφυκότας
|