επιπλέον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιπλέον < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπιπλέον < ἐπὶ πλέον < αρχαία ελληνική ἐπὶ πλέον → δείτε τις λέξεις ἐπί και πλέον
Επίρρημα
[επεξεργασία]επιπλέον
- εκτός αυτού, επίσης, από πάνω
Ζήτησε, επιπλέον, νέες διαβεβαιώσεις.
Απαίτησε, επιπλέον, να του δοθεί και προίκα.- ≈ συνώνυμα: συν τοις άλλοις, εξάλλου, επιπρόσθετα
- (με γενική) παραπάνω
Δεν είναι δυνατόν να ξοδέψω τόσα επιπλέον.
Επιπλέον του ωραρίου.- ※ Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
- (επιθετικοποιημένο) πρόσθετος, περισσότερος, παραπάνω
Εν τέλει βρήκε τα επιπλέον χρήματα για να ολοκληρώσει το έργο που ανέλαβε.- ≈ συνώνυμα: παραπανίσιος, έξτρα, συμπληρωματικός
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- επιπλέον - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- επιπλέον - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]επιπλέον
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι μετοχών (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)