Μετάβαση στο περιεχόμενο

επιπλέον

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: επιπλέων

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επιπλέον < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπιπλέον < ἐπὶ πλέον < αρχαία ελληνική ἐπὶ πλέον  δείτε τις λέξεις ἐπί και πλέον

Επίρρημα

[επεξεργασία]

επιπλέον

  1. εκτός αυτού, επίσης, από πάνω
    παράδειγμα  Ζήτησε, επιπλέον, νέες διαβεβαιώσεις.
    παράδειγμα  Απαίτησε, επιπλέον, να του δοθεί και προίκα.
     συνώνυμα: συν τοις άλλοις, εξάλλου, επιπρόσθετα
  2. (με γενική) παραπάνω
    παράδειγμα  Δεν είναι δυνατόν να ξοδέψω τόσα επιπλέον.
    παράδειγμα  Επιπλέον του ωραρίου.
      Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
  3. (επιθετικοποιημένο) πρόσθετος, περισσότερος, παραπάνω
    παράδειγμα  Εν τέλει βρήκε τα επιπλέον χρήματα για να ολοκληρώσει το έργο που ανέλαβε.
     συνώνυμα: παραπανίσιος, έξτρα, συμπληρωματικός

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]

επιπλέον