επιπολαιότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επιπολαιότητα οι επιπολαιότητες
      γενική της επιπολαιότητας των επιπολαιοτήτων
    αιτιατική την επιπολαιότητα τις επιπολαιότητες
     κλητική επιπολαιότητα επιπολαιότητες
όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιπολαιότητα < ἐπιπολαιότης (η λέξη μαρτυρείται από το 1816) < ἐπιπόλαιος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιπολαιότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του επιπόλαιου, το να ενεργεί κανείς χωρίς σκέψη
  2. (συνεκδοχικά) κάθε ενέργεια ή λόγος που είναι επιπόλαιος ή γίνεται επιπόλαια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]