Μετάβαση στο περιεχόμενο

επιπυραγός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η επιπυραγός οι επιπυραγοί
      γενική του/της επιπυραγού των επιπυραγών
    αιτιατική τον/την επιπυραγό τους/τις επιπυραγούς
     κλητική επιπυραγέ επιπυραγοί
Κατηγορία όπως «γιατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επιπυραγός < επι- + πυραγός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

επιπυραγός αρσενικό ή θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]