Μετάβαση στο περιεχόμενο

επισκεφτούμε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

επισκεφτούμε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
  2. θα επισκεφτούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επισκέπτομαι