Μετάβαση στο περιεχόμενο

επισμηναγού

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

επισμηναγού αρσενικό ή θηλυκό