επισπεύδω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επισπεύδω < αρχαία ελληνική ἐπισπεύδω

Ρήμα[επεξεργασία]

επισπεύδω

  1. κάνω, τελειώνω κάτι πριν από την προκαθορισμένη χρονική στιγμή
  2. κάνω κάτι με πιο γρήγορους ρυθμούς ώστε να τελειώσει πριν την προκαθορισμένη χρονική στιγμή
    Συνώνυμα επιταχύνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]