επιστασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επιστασία οι επιστασίες
      γενική της επιστασίας των επιστασιών
    αιτιατική την επιστασία τις επιστασίες
     κλητική επιστασία επιστασίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιστασία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιστασία θηλυκό

  1. η ευθύνη και το έργο του επιστάτη ή γενικότερα αυτού που επιστατεί
    ο αρχιτέκτονας ανέλαβε την επιστασία της ανέγερσης της οικοδομής
  2. (συνεκδοχή) το κτήριο ή το γραφείο του επιστάτη
    η επιστασία ήταν κλειστή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]