επιστασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιστασία επιστασίες
γενική επιστασίας επιστασιών
αιτιατική επιστασία επιστασίες
κλητική επιστασία επιστασίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιστασία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιστασία θηλυκό

  1. η ευθύνη και το έργο του επιστάτη ή γενικότερα αυτού που επιστατεί
    ο αρχιτέκτονας ανέλαβε την επιστασία της ανέγερσης της οικοδομής
  2. (συνεκδοχή) το κτήριο ή το γραφείο του επιστάτη
    η επιστασία ήταν κλειστή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]