επιστόμιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιστόμιο επιστόμια
γενική επιστομίου επιστομίων
αιτιατική επιστόμιο επιστόμια
κλητική επιστόμιο επιστόμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιστόμιο < ελληνιστική κοινή ἐπιστόμιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιστόμιο ουδέτερο

  1. το πώμα
  2. εξάρτημα πνευστών μουσικών οργάνων, αναπνευστήρων, της πίπας καπνίσματος κλπ, το οποίο ο χρήστης τοποθετεί στο στόμα του για να φυσήξει ή να εισπνεύσει


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]