επιτακτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτακτικός < επιτάσσω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επιτακτικός, -ή, -ό

  • αυστηρός, απόλυτος
Οι κανόνες δικαίου ρυθμίζουν την εξωτερική συμπεριφορά των ανθρώπων κατά τρόπο επιτακτικό, αφού η μη συμμόρφωση σε αυτούς συνεπάγεται διάφορες κυρώσεις.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • επιτακτική ανάγκη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]