επιτακτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιτακτικός επιτακτική επιτακτικό
γενική επιτακτικού επιτακτικής επιτακτικού
αιτιατική επιτακτικό επιτακτική επιτακτικό
κλητική επιτακτικέ επιτακτική επιτακτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιτακτικοί επιτακτικές επιτακτικά
γενική επιτακτικών επιτακτικών επιτακτικών
αιτιατική επιτακτικούς επιτακτικές επιτακτικά
κλητική επιτακτικοί επιτακτικές επιτακτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτακτικός < επιτάσσω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επιτακτικός, -ή, -ό

  • αυστηρός, απόλυτος
    Οι κανόνες δικαίου ρυθμίζουν την εξωτερική συμπεριφορά των ανθρώπων κατά τρόπο επιτακτικό, αφού η μη συμμόρφωση σε αυτούς συνεπάγεται διάφορες κυρώσεις.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • επιτακτική ανάγκη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]