επιταχυντής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο επιταχυντής οι επιταχυντές
      γενική του επιταχυντή των επιταχυντών
    αιτιατική τον επιταχυντή τους επιταχυντές
     κλητική επιταχυντή επιταχυντές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιταχυντής < επιταχύνω + -τής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική accélérateur)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιταχυντής αρσενικό

  1. (λόγιο) γκάζι
  2. (χημεία) ουσία που συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας χημικής αντίδρασης
  3. (φυσική) μηχανή ή συσκευή που συμβάλλει στην επιτάχυνση ηλεκτρονίων, πρωτονίων κι άλλων φορτισμένων σωματιδίων προσδίδοντάς τους ενέργεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]