επιτελώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτελώ < αρχαία ελληνική ἐπιτελέω, -ῶ < ἐπί + τελ < τελος(=σκοπός)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επιτελώ

  • εκτελώ, πραγματοποιώ
  • πραγματοποιώ (κάτι που μου ανατέθηκε), φέρω εις πέρας καθήκοντα, ρόλο, έργο ή σκοπό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]