επιτηδευμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιτηδευμένος επιτηδευμένη επιτηδευμένο
γενική επιτηδευμένου επιτηδευμένης επιτηδευμένου
αιτιατική επιτηδευμένο επιτηδευμένη επιτηδευμένο
κλητική επιτηδευμένε επιτηδευμένη επιτηδευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιτηδευμένοι επιτηδευμένες επιτηδευμένα
γενική επιτηδευμένων επιτηδευμένων επιτηδευμένων
αιτιατική επιτηδευμένους επιτηδευμένες επιτηδευμένα
κλητική επιτηδευμένοι επιτηδευμένες επιτηδευμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτηδευμένος < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἐπιτετηδευμένος (μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἐπιτηδεύομαι (εξασκημένος με τέχνη και όχι από τη φύση του) χωρίς τον αναδιπλασιασμό[1]δείτε επιτηδεύομαι, ρήμα στην παθητική φωνή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.pi.ti.ðɛvˈmɛ.nɔs/
συλλαβισμός: ε‐πι‐τη‐δευ‐μέ‐νος

Μετοχή[επεξεργασία]

επιτηδευμένος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη επιτήδειος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]