επιτηδεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτηδεύω < αρχαία ελληνική ἐπιτηδεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

επιτηδεύω

  1. κάνω κάτι με εξαιρετική λεπτολογία, με υπερβολική σχολαστικότητα
  2. υποκρίνομαι για κάτι, προσποιούμαι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]