επιτιθέμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική επιτιθέμενος επιτιθέμενη επιτιθέμενο
γενική επιτιθέμενου επιτιθέμενης επιτιθέμενου
αιτιατική επιτιθέμενο επιτιθέμενη επιτιθέμενο
κλητική επιτιθέμενε επιτιθέμενη επιτιθέμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιτιθέμενοι επιτιθέμενες επιτιθέμενα
γενική επιτιθέμενων επιτιθέμενων επιτιθέμενων
αιτιατική επιτιθέμενους επιτιθέμενες επιτιθέμενα
κλητική επιτιθέμενοι επιτιθέμενες επιτιθέμενα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτιθέμενος < επιτίθεμαι

Μετοχή[επεξεργασία]

επιτιθέμενος, -η, -ο

ξεκίνησε πόλεμο στο διαδίκτυο, επιτιθέμενος εναντίον όλων όσοι διαφωνούσαν με τις απόψεις του

Μεταφράσεις[επεξεργασία]